Blog

Γράφει η Λιάνα

Από μικρό παιδί θυμάμαι, στα όνειρα μου, εμφανιζόταν πάντα ένας προστάτης. Όχι, δεν ήταν άγγελος, ούτε κάποιος άγιος, ήταν μια αγέρωχη λύκαινα, με ζεστά γκριζογάλανα μάτια. Παρηγοριά μου στους εφιάλτες που με ξύπναγαν τη νύχτα, στήριγμα μου στους παιδικούς φόβους, με μια ματιά γαλήνευε την ατίθαση παιδική ψυχή.

Περνώντας τα χρόνια, μεγαλώνοντας σε έναν κόσμο τόσο άβολο για μας τους ονειροπόλους, τους λάτρεις της αναζήτησης της αλήθειας, ανεξαρτήτως τιμήματος, οι εμφανίσεις της μειώθηκαν.
Η ευθύνη όλη δικιά μου… Θες γιατί πίστεψα πως οι γυναίκες πρέπει να είναι καλόβολα, ήμερα και υπάκουα πλάσματα, θες γιατί η καθημερινότητα και οι πεινασμένοι άνθρωποι της ζωής μου, με έκαναν να χάσω κάθε ίχνος παιδικότητας, μου έκρυψαν τα όνειρα, τις ελπίδες.

Ελάχιστες φορές, όταν γλίτωνα από ένα ακόμα αρπακτικό, ένιωθα μια υγρή ζεστή ανάσα στον ύπνο μου και από μακρυά άκουγα ένα πονεμένο ουρλιαχτό. Ήξερα πως ήταν αυτή, με καλούσε, μα που το θάρρος πια να της ανοίξω την ψυχή μου.

Μέχρι που ένα βράδυ, το κρύο στην καρδιά μου, έγινε τόσο δυνατό, που ένας πόνος διαπέρασε όλο μου το σώμα. Η ψυχή μου πάγωσε, από τις μάταιες προσπάθειες χρόνων, να συμφιλιωθώ με τους ανθρώπους, να δεχτώ τα προσωπεία τους, να ημερέψω, να συγχωρώ και να ξαναρχίζω από την αρχή.

Ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, κούρνιασα σε μια άκρη και περίμενα. Δεν ξέρω τι, δεν ξέρω πόση ώρα. Δεν μπορούσα να κλάψω ή να κινηθώ, κοίταζα απλά τον τοίχο απέναντι μου, εξαντλημένη από την ανάγκη να γλιτώσω από τον ίδιο μου τον εαυτό που με πείσμα επαναλάμβανε ξανά και ξανά τις ίδιες ανοησίες.

Ξαφνικά μέσα στο σκοτάδι του δωματίου, άκουσα ένα γνωστό θόρυβο, μια ανάσα κι έναν βουβό λυγμό. Γύρισα και την είδα. Η λύκαινα μου ήταν εκεί, σε απόσταση αναπνοής. Τα μάτια της ίδια, όπως τα θυμόμουν, όμορφα, λαμπερά, μα τόσο θλιμμένα. Το κορμί της γεμάτο πληγές, άλλες επουλωμένες κι άλλες φρέσκες… Ένα με την ψυχή μου. Ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Ακούμπησε το πανέμορφο κεφάλι της στο στήθος μου και με άφησε για πρώτη φορά να τη χαϊδέψω.

Πόσο λυτρωτικός ο χτύπος της καρδιά της, πόσο καυτή η αναπνοή της, έσπασε την παγωνιά και την έκανε ζέστη, θαλπωρή. Κι έτσι, σιγά σιγά, μέσα στην απόλυτη σιωπή της νύχτας, άρχισε το αγαπημένο ουρλιαχτό της. Εκείνο που ξόρκιζε το κακό σαν ήμουν παιδί. Το ουρλιαχτό της που ήταν η λύτρωση μου, για την εμπιστοσύνη που πέθανε, για το οξυγόνο που μου στέρησαν οι κενοί άνθρωποι που πέρασαν, πήραν και χάθηκαν.

Την αγκάλιασα σφιχτά, της εξομολογήθηκα τα πάντα, άφησα να κυλήσουν σαν ποτάμι όλα όσα με έκαναν να την αφήσω και με κάθε αλήθεια που ξεστόμιζα την ένιωθα να δυναμώνει,να γίνεται πάλι το υπέροχο ζώο που άξιζε να είναι. Περήφανη, αγέρωχη, προστατευτική και άγρια. Είδα στα μάτια της την αγάπη, την αγνότητα, την ελπίδα μου. Και αποκοιμήθηκα…

Το επόμενο πρωί που ξύπνησα, όπως περίμενα, είχε φύγει. Δεν γίνεται ένα άγριο θηλυκό, σαν κι αυτό, να μένει στάσιμο. Πρέπει να τρέχει ελεύθερη, να γλυτώνει απ τους κυνηγούς, να προστατεύει ότι θεωρεί αγαπημένο, να κρύβεται από την πλεονεξία των ανθρώπων.

Δεν μπόρεσα ξανά, μετά από εκείνο το βράδυ, να γίνω η γυναίκα που ήμουν. Η αδύναμη, η άβουλη, η “ναι σε όλα”. Τώρα ζω για μένα και για τους λίγους εκλεκτούς, που είναι μέλη της δικής μου αγέλης. Όλοι οι άλλοι χάθηκαν στα σκοτάδια της παλιάς μου ζωής. Τώρα λέω τη γνώμη μου, διεκδικώ αυτά που αξίζω, μιλάω, ουρλιάζω… Κι όταν με πονάνε δείχνω απειλητικά τα δόντια μου, όπως με δίδαξε αυτή…

Κάποια βράδια, στα όνειρα μου έρχεται ξανά. Για να μου δείξει πως θα είναι πάντα εδώ. Τη βλέπω στο βράχο της, με ένα τεράστιο φεγγάρι για φόντο, να με κοιτάει με εκείνα τα μαγικά της μάτια και να νιώθω πως μου λέει ευχαριστώ που σεβάστηκα την αφοσίωση της, τη γυναικεία της υπόσταση, που τίμησα επιτέλους τον ίδιο μου τον εαυτό και τον έσωσα απ τις παγίδες των θηρευτών.

Εκείνη… Η λύκαινα μου, η λύτρωση μου…

BY:

lianitsafvr@hotmail.com

“Φτάσε όπου δεν μπορείς.”