Blog

Γράφει η Τζένη Γιαννοπούλου

Κάποτε σου είπε κάποιος πως δε θα μπορούσες να ζήσεις χωρίς αυτόν. Και το πίστεψες. Το έδεσες κόμπο στο μαντήλι σου και με αυτό σκούπιζες τα δάκρυά σου και ανεχόσουν την αδιαφορία του, την κακομεταχείριση, τα μοναχικά βράδια όταν εκείνος για ακόμα μια φορά έλειπε.

Υπέμεινες και έλεγες «μωρέ που θα βρω καλύτερα, αφού με αγαπάει κατά βάθος». Ποιο βάθος βρε κορίτσι μου, πετρέλαιο βρήκαμε αλλά την αγάπη αυτουνού πουθενά.

Ανεχόσουν κι έκλαιγες σιωπηλά και προσπαθούσες να πείσεις τον εαυτό σου πως εκεί είναι η θέση σου, κοντά του, πως η λεκτική κακοποίηση είναι κάτι συνηθισμένο στα ζευγάρια.

Κι όταν κάποιες στιγμές δεν άντεχες και τολμούσες να πεις πως θα φύγεις, εκείνος σε απειλούσε, σου έλεγε πως θα φροντίσει να μη μπορείς μόνη, πως θα σε πολεμήσει με όποιο όπλο έχει. Τα παιδιά, τα λεφτά…κι αν δεν έπιανε κι αυτό το κόλπο έβαζε τα κλάματα σα καλοκουρδισμένο ρολόι και σου «εξομολογούνταν» τον έρωτα και την αγάπη του την αιώνια. Και το έτρωγες βρε χάπατο το παραμύθι. Γιατί ήθελες να το φας. Γιατί σε είχαν πείσει πως δεν αξίζεις κάτι καλύτερο, πως δε μπορείς.

Κι είχες και εκείνο  το στοίχημα με το παρελθόν σου που στεκόταν πάνω από το κεφάλι σου σα γκρίζο σύννεφο, το διαζύγιο των γονιών σου. Και κάθε φορά που έκανες ένα βήμα προς την πόρτα μια φωνή σου έλεγε «μα εσύ ήθελες οικογένεια, σαν αυτούς θα γίνεις;» Και ξαναέκλεινες την πόρτα.

Μέχρι που μια μέρα είδες στα μάτια των παιδιών σου την απόγνωση και κάτι ξύπνησε μέσα σου. Το θεριό που λέγεται μάνα. Και ούρλιαξες, σκούπισες τα δάκρυα ετών, πήρες μια βαλίτσα με ότι μπορούσες, πήρες και τα πιτσιρίκια κι άρχισες να τρέχεις. Και διέσχισες βουνά και ωκεανούς, όσο μπορούσες μακριά του. Να τα γλυτώσεις, να τα σώσεις. Και μαζί με αυτά έσωσες κι εσένα.

Κι από τότε δε σταμάτησες να τρέχεις. Δεν ήξερες προς τα που, απλά έτρεχες. Και πάλευες. Και σε κάποιες στιγμές κουραζόσουν και νόμιζες πως ο επόμενος θα σε ξεκουράσει. Θα σου δώσει αυτά που λαχταράς. Αλλά δεν έβλεπες. Από την αγωνία σου και από το φόβο σου μη μείνεις μόνη δεν έβλεπες μπροστά σου κι έπεσες και πάλι σε παγίδα. Αυτή το φορά ήξερες όμως. Βαλίτσα και…τρέξιμο. Πιο μακριά, όσο γίνεται πιο μακριά. Κι όταν έφαγες ακόμα κανα δυο σφαλιάρες επιτέλους κατάλαβες. Και σταμάτησες να τρέχεις.

Και κοίταξες ξαφνικά την αντανάκλασή σου στο τζάμι του τρένου που σε γύριζε από τη δουλειά και τότε είδες, για πρώτη φορά είδες. Είδες εσένα, και κατάλαβες πως τσάμπα τρέχεις. Τι ψάχνεις; Ότι θες είναι μπροστά σου. Και σε γνώρισες και σε αγάπησες. Και κοίταξες πίσω σου και είδες τα πόσα τελικά είχες καταφέρει, εσύ μόνη σου, και είδες τα πρόσωπα των παιδιών σου να χαμογελούν και ένιωσες αυτό που πραγματικά είσαι. Νικήτρια.

BY:

nia.giannop@gmail.com

Ουδέν εστί θηρίον γυναικός αμαχώτερον. ~Αριστοφάνης~