Blog

Γράφει η Περσεφόνη Χρυσαφίδου.

Μεσημέρι Σαββάτου, με μία απόλυτη κατάνυξη να απλώνεται στο σπίτι μας σ’ένα αποτυχημένο, κατά το ήμισυ, εγχείρημα να κοιμηθούν τα παιδιά. Και εφ’όσον έχεις διαβάσει τη μισή παιδική βιβλιοθήκη και έχεις τραγουδήσει κάθε παραδοσιακό και μη νανούρισμα, παρατηρείς πως η λιλιπούτεια ζημιάρα (μετάφραση: η μικρή σου κόρη) παραδόθηκε στο κάλεσμα του ύπνου, μα η μεγάλη αναστενάζει κουμπωμένη στο στήθος σου και σου λέει νοσταλγικά: “Θυμάσαι τότε που ήμασταν οι δυο μας; Μου λείπει αυτό το τότε, μου λείπει εκείνη η μαμά, μου λείπουμε εμείς.”

Νιώθεις εκείνον τον λυγμό, που εμποδίζει τη φωνή σου να βγει και που φέρνει δάκρυα στα μάτια σου, έτοιμο να ξεσπάσει, μα αντί γι’αυτό, κλείνεις με μεγαλύτερη δύναμη στην αγκαλιά σου το μικρό αυτό πλασματάκι, που αναγκάστηκε να μεγαλώσει λίγο πιο γρήγορα για χάρη της μικρότερης αδερφής του. Και αυτή η “μακρόσυρτη” αγκαλιά φέρνει στη μνήμη σου τα χρόνια που περάσατε μαζί μόνες, μόνο εσύ κι αυτή. Σου θυμίζει τις μέρες που την κρατούσες στην αγκαλιά σου, κοιτώντας την για ώρες, πώς αναπνέει, πώς χασμουριέται και πώς αλλάζει το πρόσωπό της, καθώς γελάει μέσα στον ύπνο της. Γεμίζει τη σκέψη σου με αναμνήσεις από τις ώρες που περνούσατε ζωγραφίζοντας, μην έχοντας αίσθηση του χρόνου, από τις πρώτες καλοκαιρινές διακοπές και τα μαθήματα κολύμβησης, από τον τρόπο που ένα μωρό γίνεται όλος ο κόσμος σου και το πώς αυτό αλλάζει τον κόσμο σου.

Προσπαθείς όλα αυτά να τα μοιραστείς μαζί της, αν και ξέρεις πως δε θα τα θυμάται, μα θα γεμίσουν την ψυχή της με γλύκα σε μία στιγμή που το έχει απόλυτη ανάγκη. Και αυτός είναι ο λόγος που σε κοιτάζει με απίστευτη προσοχή, όταν της εξιστορείς για τον λεπτομερή τρόπο με τον οποίο παρατηρούσες το λακκάκι που είχε στο πηγούνι και όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Αυτά τα καινούργια, μα συνάμα, με έναν περίεργο τρόπο οικεία χαρακτηριστικά. Βλέπεις τα μάτια της να φωτίζονται, όταν της περιγράφεις πως έμενες να τη χαζεύεις να κοιμάται, όταν στο κεφάλι σου αντηχούσαν φωνές “Κοιμήσου τώρα που το μωρό κοιμάται”, μα δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της για τον απλούστατο λόγο πως ήταν εκεί, στη ζωή σου, έχοντας ξεπηδήσει από μέσα σου.

Και καθώς συνεχίζεις να αναπολείς την βλέπεις να κοιμάται ανακουφισμένη και χαρούμενη στην αγκαλιά σου. Δε σταματάς, μόνο αποτυπώνεις σ’ένα γράμμα όσα τώρα δεν μπορεί να καταλάβει, μα αργότερα θέλεις να ξέρει. Να ξέρει πόσο εντυπωσιακό φαίνεται, όταν τη βλέπεις να μεγαλώνει και να μεταμορφώνεται σ’ένα κορίτσι που προσπαθεί να μιμηθεί τις κινήσεις μιας γυναίκας, αλλά κοιμάται τα βράδια σαν το μωρό που κάποτε κρατούσες. Να ξέρει πως μια καρδιά είναι δυνατό να χτυπήσει έξω από το σώμα, σταθερή, δυνατή και αυθόρμητη και παντελώς αφοσιωμένη σ’εσάς.

Δε θα ήθελες να μάθει ποτέ για το φόβο που κρυφά σε επισκέπτεται κάποιες φορές, όταν σκέφτεσαι πως κάποτε θα μεγαλώσει και θα γλιστρήσει σταδιακά μακριά από εσένα, προσπαθώντας να απλώσει τα δικά της φτερά σ᾽έναν κόσμο άγριο και τρελό. Θέλεις μόνο μα ξέρει πόσο πολύ τη θαυμάζεις για τον αυθορμητισμό και τον απόλυτο τρόπο με τον οποίο φαίνεται να διεκδικεί τη ζωή και να φροντίσει να μην αλλάξει για κανέναν άνθρωπο τη μοναδικότητά της.

Θέλεις να της εκμυστηρευτείς πόσο ακατάλληλη νιώθεις, κάποιες φορές, γι’αυτή τη “δουλειά”, πόσες φορές ευχήθηκες να μην της έχεις φωνάξει, γιατί ήσουν κουρασμένη, πόσες τύψεις ένιωσες, όταν δεν μπορούσες να της αφοσιωθείς ολότελα, επειδή έπρεπε να θηλάσεις τη νεογέννητη αδερφή της, πόσα δάκρυα απόγνωσης έκρυψες μέσα στο ντους, τις στιγμές που φάνηκες αδύναμη στα ξεσπάσματά της και πόσα “ευχαριστώ” έχεις απευθύνει στο σύμπαν, που έχεις την τύχη να σ’αγαπάει με όλο της το είναι, ανιδιοτελώς, πλήρως και ακατέργαστα.

Χαϊδεύεις απαλά τα μαλλιά της και τα τραβάς απαλά, μακριά από το πρόσωπό της και θέλεις να της μιλήσεις για εκείνες τις φορές που σε ρωτάει “μαμά τι με κοιτάζεις έτσι;”. Είναι εκείνες οι φορές, που κοιτώντας την, βλέπεις τον ίδιο σου τον εαυτό και αυτό, όσο σε τρομάζει, άλλο τόσο σε συγκινεί, γιατί ξέρεις πως δεν έχεις πλάσει τίποτα πιο όμορφο στη ζωή σου.

Ναι, σου λείπουν κι εσένα οι στιγμές που περνούσατε οι δυο σας. Τότε που μπορούσες να τρέξεις δίπλα της πριν καν το ζητήσει, τότε που κάνατε αστείες γκριμάτσες στην οθόνη του υπολογιστή και ξεκαρδιζόσασταν στα γέλια. Τότε, που παίζατε κρυφτό και κυνηγητό μέσα στο σπίτι για ώρες ατελείωτες, χωρίς κανείς να σας διακόψει, που κάνατε μπάνιο μαζί και σε χτένιζε εντελώς αδέξια, που μοιραζόσασταν το ίδιο κρεβάτι τα μεσημέρια, που αλωνίζατε στους δρόμους μέχρι αργά το βράδυ, χωρίς να πρέπει να επιστρέψετε άμεσα στο σπίτι, που σε ζητούσε με τα μάτια της για να νιώσει ασφαλής, που κοιμόσουν και ξυπνούσες με τ’όνομά της καρφωμένο στο μυαλό σου.

Και αν οι συνθήκες άλλαξαν, τα συναισθήματα παραμένουν ίδια, ίσως και λίγο πιο έντονα. Τώρα πια την βλέπεις να μεγαλώνει και να κουβαλάει το βάρος της μεγαλύτερης αδερφής και είσαι τόσο υπερήφανη για το παιδί που είναι. Θέλεις να καταλάβει πόσο χαρούμενη είσαι όταν τις βρίσκεις να αγκαλιάζονται στο κοινό τους δωμάτιο και πόση συγκίνηση νιώθεις, κάθε φορά που προσπαθεί να συμπεριλάβει στο μικρόκοσμό της τη μικρή της αδερφή. Και το μόνο πράγμα που προσπαθείς να την κάνεις να καταλάβει είναι, πως σε κάθε μικρό ή μεγάλο της βήμα, σε κάθε νέα ιστορία που μοιράζεται μαζί σου, σε κάθε της επίτευγμα που νομίζει πως δεν το ξέρεις, εσύ είσαι εκεί και συνειδητοποιείς το θαύμα το οποίο είναι.

Είμαι εδώ. Ακόμη κι όταν νομίζεις πως δεν είμαι. Και αυτό είναι μία υπόσχεση να την κρατάς για φυλαχτό.

BY:

chrisafidoupersefoni@gmail.com

Να μη λυγας! Αυτό είν' όλο. Δεν έχει άλλη συμβουλή.