Blog

Γράφει η Jinxie Jinx

Δεν μπορούμε τίποτα και ταυτόχρονα τα θέλουμε όλα. Τα πάντα είναι αδύνατα και το μυαλό αρνείται να συμβιβαστεί με τα λίγα. Ζητάει επίμονα, σχεδόν εμμονικά, να βιώσει όλα αυτά που στροβιλίζονται μέσα του, που ξυπνούν μέσα στα χαράματα και γίνονται λυγμοί και δάκρυα. Το μυαλό, ο μόνος κοινός μας παρονομαστής, που στέκεται να προσπαθεί να απαντήσει σε όλα τα ξέπνοα “γιατί”. Γιατί τώρα, γιατί εμείς, γιατί έτσι; Τόσο κοντά, τόσο μακριά.

Δεν μπορούμε τίποτα, λες. Ούτε καν να πέσουμε καταλάθος ο ένας πάνω στον άλλον, να πούμε πως βρεθήκαμε ξανά τυχαία και να αφήσουμε αυτό που είναι πιο πάνω από εμάς να μας συνεπάρει. Να παραστήσουμε τους αδύναμους, αυτούς που τρομάζουν και μαγεύονται ταυτόχρονα από το υπερβατικό του έρωτα και αφήνονται μέσα του μεθυσμένοι. Δεν μπορούμε τίποτα, λες κι εγώ μένω να προσπαθώ να σε πείσω, να μας πείσω για το αντίθετο.

Γιατί τώρα πια ξέρεις, πως στον δικό μου κόσμο ελάχιστη σημασία έχουν οι τυπικότητες και οι συμβάσεις. Ξέρεις, πως όσα εμπόδια και αν συναντώ, πάντοτε θα βρίσκω τον τρόπο να βλέπω εσένα πίσω από τα προφανή, να σε νιώθω και να σ’ έχω δίπλα μου, ακόμη κι αν ανάμεσα μας διαγράφονται χιλιομετρικές αποστάσεις. Ξέρεις πως αυτό που κρύβω μέσα μου είναι πιο δυνατό από οτιδήποτε υποσχέθηκα μέχρι σήμερα και πως ακόμη κι αν δε σε ξαναδώ ποτέ, ακόμη κι αν δεν ακούσω τη φωνή σου να μου ψιθυρίζει το όνομα της νύχτας, ακόμη κι αν δεν ξανανιώσω το δέρμα σου πάνω στο δικό μου, αυτή η φωνή και η επιθυμία που ξύπνησες μέσα μου δε θα ξανακοιμηθεί ποτέ.

Και στο δικό σου γιατί πάντοτε θα απαντώ πως δε γινόταν αλλιώς.

Γιατί με κανέναν άλλον δε θα ‘θελα να μοιραστώ το λάθος μου. Με κανέναν άλλον τα χέρια μου δεν απέκτησαν πραγματική υπόσταση, αφού σε σένα βρήκαν τη δύναμη της αγκαλιάς. Γιατί μαζί γνωρίσαμε μια νέα πραγματικότητα, που σε κάποιους, δήθεν ρεαλιστές, θα φαινόταν υπερβολικά κοινότυπη και σε κάποιους άλλους, κοινούς θνητούς, βλάσφημη. Γιατί με εσένα στο μυαλό μου δεν αισθάνομαι μόνη, όταν βρίσκομαι σε βαρετές παρέες, μα νιώθω να με κατατρώει η μοναξιά, κάθε φορά που σουρουπώνει και δε βρίσκεσαι δίπλα μου. Γιατί με εσένα μέσα μου θα ήθελα άλλες δέκα ζωές να σε χορτάσω, να εξαλείψω τον χρόνο τελείως και να επαναλαμβάνω στην αιωνιότητα την πρώτη στιγμή που σε είδα να στέκεσαι μπροστά μου. Γιατί εσύ είσαι ο πιο γνωστός μου ξένος, το πιο σωστό μου λάθος και ό,τι πιο ζωντανό κρύβεται στη νεκρή μου ψυχή.

Καθόλου τυχαίο, καθ’ όλα μοιραίο, να ασφυκτιάς από συναίσθημα και να πεθαίνεις λυτρωμένος.