Blog

Γράφει ο Άγγελος Μοναχικός

Είκοσι χρόνια πάνε τώρα που δε σε ξανάδα πια.
Λες και ήταν χθες που φθινοπώριασαν όλα μέσα μου και σκοτάδι τύλιξε κάθε ορίζοντα μου.
Από την μια στιγμή στην άλλη γκρεμίστηκαν οι ελπίδες και τα όνειρά μου, και όλα τα μπροστά, στάσιμα πίσω μου.
Μακάρι να σε είχα για λίγο ακόμη, να μου φωνάζεις και να γίνεσαι υστερική γιατί τα ήθελες όλα σε τάξη, μα η αταξία μου ήταν που πέθαινα να σε φέρνω στα όρια σου, μετά μια αγκαλιά συνοδευόμενη από ένα φιλί κι εσύ να γελάς σαν μικρό κοριτσάκι.
Πάντα ήξερες τι θα φορέσω, πάντα μου ψώνιζες τα καλύτερα κι εσύ έπαιρνες υφάσματα, η τρέλα σου βλέπεις να ράβεις.
Όλα τα έχω κρατήσει, έχουν την υπογραφή της ραπτικής σου, ράβε ξήλωνε όλη μέρα.
Όταν τελείωνες τις δουλειές εγώ σου έκρυβα τα πατρόν για να γελάσω και άρχιζε το κυνηγητό.
Από το πολύ γάιδαρε νόμιζα ότι κάποια στιγμή θα γκαρίξω, αλλά και πάλι δίκιο είχες, σε παίδευα πολύ.
Μόλις άνοιγα την πόρτα το ”πού πας;” το άκουγα πριν το πεις, μπουφάν πάρε θα αρρωστήσεις και δεν θα έχεις κανέναν να σε κοιτάξει έλεγες και στα πρώτα δέκατα έκανες σαν τρελή, το παιδί είναι άρρωστο να το πάμε στο γιατρό, ο κανένας που δεν θα είχα είναι αυτό, σου έλεγα και ήταν έτοιμος ο ουρανός ν’ αστράψει.
Αυτό το λάμδα το κουτσό που μου έμαθες ακόμη έτσι το κάνω όπως το έκανες κι εσύ, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί με μαλωνες;
Και γιατί μου έδενες το αριστερό χέρι πίσω να γράφω με το δεξί, ενώ όλα με το αριστερό τα έκανα;
Και τι δεν θα έδινα να με γεμίζεις ερωτηματικά καθημερινά.
Ήταν τόσα λίγα εκείνα που ζήσαμε και θυμάμαι τόσα πολλά ρε γαμώτο.
Η πιο ζεστή αγκαλιά χάθηκε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Και μες τα μάτια μου τα λόγια σου.
Οι τελευταίες λέξεις που μου ψιθύρισες.
Κι έφυγες.
Μα ποτέ δεν θα ξεχάσω όσα η ζωή μας στέρησε βίαια.
Όχι δεν είναι κάποια γιορτή σήμερα, είναι η αγάπη που πρέπει να δίνουμε σε εκείνους που έχουμε δίπλα μας.
Εμένα την έλεγαν Μάνα…