Blog

Γράφει ο Κώστας Ανδρεόπουλος.

Εισέβαλες στη ζωή μου ξαφνικά, με θράσος.
Σε μια φάση πολύ δύσκολη για μένα.
Ήξερες εσύ.
Δεν ήμασταν τίποτα. Δεν ήμασταν καν φίλοι κι όμως ήρθες και μου στάθηκες όσο κανείς.
Πιο πολύ απ’τον καθένα.
Ήρθες και με πήρες από το χέρι..
Ήρθες κι έβαλες “πλάτη” στην ρημαδιασμένη μου ψυχή.
Στο κομματιασμένο μου μυαλό.
Στην ξεσκισμένη μου καρδιά.

Μπήκες με φόρα στη ζωή μου.
Μπήκες θαρραλέα.
Μπήκες δίχως προσωπικό όφελος.
Μπήκες και το ημερολόγιο έδειχνε τέλη ενός χειμώνα.
Ήξερες εσύ.

Ξεκίνησε μια όμορφη φιλία.
Κι εγώ χαρούμενος για τη νέα μου φίλη.. πολύ χαρούμενος για σένα.
Πολύ χαρούμενος που σε γνώριζα στ’αλήθεια, εκείνη τη φορά.
Μου έδειξες νέα πράγματα..
Κάναμε πράγματα πρωτόγνωρα για μένα.
Έμαθα πολλά, και με έμαθες πολλά.
Ήσουν εκεί, σπαταλώντας από τον προσωπικό σου χρόνο, για να νιώσω εγώ καλά!

Πήγαμε παντού, διασκεδάσαμε πολύ..
Και σιγά σιγά, ανασυντασσόταν όλο μου το είναι.
Ήσουν εκεί.
Ήξερες εσύ..

Γνώρισα κόσμο και μέτρησα συμπεριφορές κι εσύ εξηγώντας μου πράγματα και καταστάσεις, με έκανες να δω τον κόσμο διαφορετικά.
Και πέρασαν μήνες.. και το ημερολόγιο έδειχνε καλοκαίρι.
Και κάπου αρχές Ιούνη, κάτι άρχισε να αλλάζει μάτια μου.
Κάτι έμοιαζε μέσα μου διαφορετικό.
Κι όσο προσπαθούσα να μαζέψω τα κομμάτια μου, μάλωνα τον εαυτό μου σαν μικρό παιδί.

“Μια απλή έλξη είναι, συγκεντρώσου!”
“Μην τα διαλύσεις όλα για μια και μόνο παρόρμηση”
Όλα φώναζαν μέσα μου και το καλοκαίρι να κυλά με μια πάλη θολών συναισθημάτων.
Ένα καλοκαίρι διαφορετικό από τα άλλα.
Όταν πέρασαν οι μέρες “χωριστά” ήξερα πως δεν ήταν πια έλξη μόνο.
Σε αντάμωσα κι όπως στάθηκες στην πόρτα ηλιοκαμμένη, ήσουν πια η δική μου θεά.

Σε αγκάλιασα τρυφερά, σε φίλησα, κι όσο κυλούσε ο Σεπτέμβρης όλα ξεκαθάρισαν.
Κάναμε και πάλι πολλά και στα δικά μου μάτια οι στιγμές αυτές, πιο δυνατές από ποτέ.
Μία μία, στιγμή στιγμή, λεπτό το λεπτό.. δίπλα σου, μαζί μου, εμείς!
Με είχες μαγέψει όχι για την εικόνα σου που ούτως ή άλλως θα τη ζήλευε ακόμα και νεράιδα, όχι για το χαρακτήρα σου, αλλά για την ψυχή σου.

Για όλα εκείνα που κρατάς επιμελώς βαθιά θαμμένα.
Όλα αυτά που κανείς ποτέ δεν είδε..
Όλα εκείνα τα διαφορετικά, τα σύνθετα, που ίσως και να μην συνειδητοποίησες ούτε κι εσύ την υπάρξή τους.
Θέλω μονάχα να ξέρεις, πως ήξερα από καιρό πως ένιωθες κι εσύ.
Αρχές καλοκαιριού κι εσύ.
Ήξερες εσύ.

Κι εγώ δεν θέλησα να παίξω την ψυχούλα σου στα ζάρια.
Δεν θέλησα να σε κοροϊδέψω μάτια μου.
Θέλησα να σιγουρευτώ εγώ για μένα πρώτα.
Για τους ποταμούς που ένιωθα τελικά για σένα..
Δεν ήθελα να μπω και να νοικιάσω ηδονή!
Δεν ήθελα να κάνω βόλτα στο δικό σου το κορμί κι ύστερα να φύγω σαν κλέφτης.
Θέλησα να αγκαλιάσω κάθε σου σπιθαμή.
Να επουλώσω κάθε σου πληγή.
Να γαληνέψω κάθε σου στεναγμό.
Θέλησα να σου δείξω τι σημαίνει αγάπη, από την δική μου την καρδιά.
Θέλησα να διώξω κάθε σύννεφο πλάνης.
Καθετί που σε φόβιζε.
Θέλησα να είσαι ελεύθερη να νιώσεις.
Να νιώσεις πολύ και απόλυτα.
Ήξερες εσύ.

Κι ο χρόνος που πέρασε, μαρτύριο αληθινό!
Δέσμιος του μυαλού, μην έχοντας άλλο κουράγιο!
Μην έχοντας άλλο κουράγιο, βρήκα τη δύναμη να στο πω, όπως στο είπα.
Ήξερες εσύ.

Όμως δεν μου έδωσες την ευκαιρία να στα πω.
Δεν με άφησες λεπτό να απελευθερώσω όλα εκείνα που μέσα μου είχα και με έπνιγαν.

Και κάπου εκεί, μας αιφνιδίασε ο εγωισμός.
Αυτός ο δολοφόνος της ψυχής, των συναισθημάτων και του μυαλού!
Αυτός ο αλήτης που μας αποξένωσε τόσο πολύ και μας οδήγησε σε έναν πόλεμο άνισο, κόντρα στο χρόνο.
Πόλεμο με οδυνηρές απώλειες και για τους δυο μας. Μόνο.
Εκείνο το “δυο” που έχουμε δώσει εμείς το ραντεβού μας πολύ καιρό πριν, για να το κάνουμε “εμείς”.
Να το κάνουμε “ένα”.
Στο εδώ και στο τώρα.
Ήξερες εσύ.

Πόσο άδικο να νιώθουμε κι οι δυο, να είμαστε νοητά μαζί, οι σκέψεις να εφάπτονται κάθε στιγμή.
Κι ας μην είμαστε μαζί..

Σε εσένα λοιπόν, που με πήρες από το χέρι, να στο κάνω ξεκάθαρο πια.. πώς όποια κι αν είναι η κατάληξή μας, ακόμα και χωρίς το “μαζί”, εμείς θα τα ξαναπούμε. Εγώ, θα σε ξαναβρώ. Κι αν όχι, τότε θα κάνω κύκλους το ατελείωτο σύμπαν για να σε βρω.
Στ’ορκίζομαι πως θα σε βρω και τότε θα σε πάρω από το χέρι, και δεν θα σε αποχωριστώ!

Σε εσένα, που με πήρες από το χέρι αιώνες πριν.. εκεί, στην άκρη της Ιβηρικής χερσονήσου.
Ξέρεις και ξέρω.

Τώρα, ξέρεις εσύ.